navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εφεδρεία

εφεδρεία

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. (στρατ.) τμήμα κύριας στρατιωτικής δύναμης, που βρίσκεται σε ετοιμότητα στα μετόπισθεν, για να επέμβει σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης
  2. (συνεκδ.) το σύνολο των πολιτών που έχουν στρατεύσιμη ηλικία και ανήκουν στον εφεδρικό στρατό
  3. (μτφ.) οτιδήποτε βάζει κανείς στην άκρη, η αποταμιευτική δυνατότητα, συνών. απόθεμα, παρακαταθήκη
  4. (μτφ.) εφεδρείες, οι, στρατιωτικές δυνάμεις που παραμένουν στο περιθώριο αλλά είναι πάντοτε σε ετοιμότητα να ανταποκριθούν σε στιγμές εθνικής ανάγκης.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐφεδρεύω [= 1. ενεδρεύω, 2. επιτηρώ, παραφυλάω, καιροφυλακτώ, 3. γενικά, επιστατώ, προφυλάσσω, επιτηρώ] < ἔφεδρος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εφεδρεία», σ. 320. https://navalhistory.gr/lexiko/εφεδρεια/