επιχειρώ
ρ.
[μετβ.]
- επιδιώκω να κάνω κάτι, προσπαθώ, δοκιμάζω
- ασχολούμαι συστηματικά για την επιτυχία κάποιου στόχου, πασχίζω
- [αμετβ.] (στρατ.) πραγματοποιώ πολεμικές δράσεις σε βάρος εχθρικών δυνάμεων.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπι-χειρέω [= 1. βάζω κάτι πάνω στο χέρι μου, 2. ξεκινώ μία εργασία, 3. πασχίζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιχειρώ», σ. 302. https://navalhistory.gr/lexiko/επιχειρω/