navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επιχείρηση

επιχείρηση

η, ουσ. [-ης, -ήσεως/-ήσεις, - ήσεων]

  1. κάθε προσπάθεια που εκτελεί κάποιος για την επίτευξη ενός στόχου
  2. (στρατ.) το σύνολο των ενεργειών που στοχεύουν στην εξουδετέρωση του αντιπάλου, (φρ.) «ναυτική / αεροπορική / στρατιωτική επιχείρηση», «αποβατικές / εκκαθαριστικές / μεμονωμένες / συντονισμένες / συνδυασμένες / αμφίβιες / καταδρομικές επιχειρήσεις», «γραφείο / κέντρο / βάση / θέατρο / τόπος / ημερολόγιο επιχειρήσεων»,
  3. (οικον.) α) η δραστηριότητα που αναπτύσσει κάποιος έχοντας ως βάση προσωπικά περιουσιακά στοιχεία, κεφάλαια και προσφερόμενη εργασία, με σκοπό την απόκτηση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου κέρδους, (φρ.) «ιδιωτική / παραγωγική / εμπορική / ελεύθερη / κρατική / εκδοτική / κερδοσκοπική / τουριστική / οικοδομική / εκδοτική / τραπεζική / τοπική / λιανική / μικρομεσαία / πολυεθνική / δημοσίου συμφέροντος / ελληνικών και ξένων συμφερόντων / ναυτιλιακή επιχείρηση», β) «δημόσια επιχείρηση», δημόσιος οργανισμός που ιδρύεται με πρωτοβουλία του κράτους ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (δήμου, κοινότητας κ.λπ.) για να εξυπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον και να βελτιώσει την κοινωνική ευημερία σε τομείς παραγωγής ανάπτυξης, γ) «επιχείρηση μικτής οικονομίας», επιχείρηση με δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια, αλλά πάντοτε υπό τον κρατικό έλεγχο που η δραστηριότητά της έχει δημόσιο ενδιαφέρον
  4. (μειωτ.) η στυγνή κερδοσκοπία.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπιχείρησις [= εγχείρημα, προσπάθεια – καταδίωξη] < ἐπιχειρέω [= 1. βάζω κάτι πάνω στο χέρι μου, 2. ξεκινώ μία εργασία, 3. πασχίζω] < ἐπι- + χειρέω < χείρ [= χέρι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιχείρηση», σ. 302. https://navalhistory.gr/lexiko/επιχειρηση/