έφεδρος
-η, -ο, επίθ.
- (στρατ.) α) πολίτης που μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας ανήκει στις εφεδρικές στρατιωτικές δυνάμεις, β) μη μόνιμος βαθμοφόρος στρατιωτικός που επανέρχεται στο στράτευμα σε καιρό επιστράτευσης
- αυτό που είναι διαθέσιμο (ίσως κάποιο εξάρτημα, εργαλείο κ.λπ.) για να αντικαταστήσει κάτι άλλο, συνών. βοηθητικός, επικουρικός.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔφεδρος [= τοποθετημένος για ενίσχυση] < ἔφ- (< επί-) + -εδρος < ἕδρα [= βάση, κάθισμα].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έφεδρος», σ. 320. https://navalhistory.gr/lexiko/εφεδροσ/