navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επιτελής

επιτελής

ο, ουσ. [συνήθως στον πληθ.]

(στρατ.)

  1. αξιωματικός που υπηρετεί σε συγκεκριμένο επιτελείο
  2. (μτφ.) ικανότατο στέλεχος επιχείρησης, εταιρείας, οργανισμού κ.λπ.

Ετυμολογία

< επι- + [αρχ.] τέλ(ος) [= αρχή, εξουσία].

Παράγωγα

επιτελείο, επιτελικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιτελής», σ. 300. https://navalhistory.gr/lexiko/επιτελησ/