επιτελής
ο, ουσ. [συνήθως στον πληθ.]
(στρατ.)
- αξιωματικός που υπηρετεί σε συγκεκριμένο επιτελείο
- (μτφ.) ικανότατο στέλεχος επιχείρησης, εταιρείας, οργανισμού κ.λπ.
Ετυμολογία
< επι- + [αρχ.] τέλ(ος) [= αρχή, εξουσία].
Παράγωγα
επιτελείο, επιτελικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιτελής», σ. 300. https://navalhistory.gr/lexiko/επιτελησ/