εποπτεύω
ρ. [μετβ.]
ασκώ εποπτεία, επιστατώ, επιβλέπω, επιτηρώ, παρακολουθώ την πορεία του έργου ή του χώρου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐποπτεύω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εποπτεύω», σ. 303. https://navalhistory.gr/lexiko/εποπτευω/