επίσχεση
η, ουσ.
1. η διακοπή μιας ενέργειας, συνών. σταμάτημα, (φρ.) «επίσχεση εργασίας», μορφή απεργίας που γίνεται με αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων, «δικαίωμα επίσχεσης», το δικαίωμα που έχει αυτός που χρωστάει ν’ αρνηθεί την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού, για όσο χρονικό διάστημα ο δανειστής δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς τον οφειλέτη, «επίσχεση εγγράφων», το δικαίωμα της κατακράτησης εγγράφων από δικηγόρους, δικαστικούς κλητήρες κ.ά. ωσότου [< χρον. συνδ. μτγν. ἕως ὅτου] εξοφληθούν οι οφειλόμενες προς αυτούς δαπάνες, 3. (ιατρ.) έλλειψη ή διακοπή η αναστολή τής αποβολής ενός βιολογικού υλικού από το όργανο μέσα στο οποίο είναι συγκεντρωμένο, (φρ.) «επίσχεση ούρων / αιμορραγίας / εμμήνων / αερίων / κοπράνων».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπίσχε(σις) -ση < ἐπέχω.
Παράγωγα
επισχετικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίσχεση», σ. 298. https://navalhistory.gr/lexiko/επισχεση/