navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επισφαλής

επισφαλής

-ής, -ές, επίθ.

  1. αυτός που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, απροσδιοριστία και ανασφάλεια, συνών. αβέβαιος, άδηλος, ασταθής, αντών. σταθερός, ασφαλής
  2. αυτός που ενέχει κινδύνους, συνών. επικίνδυνος, ανασφαλής, επίφοβος
  3. (για οικοδομήματα) αυτός που δεν είναι σταθερός
  4. (φρ.) «επισφαλής ακτή / βυθός / πυθμένας», «επισφαλές δάνειο / χρέος».

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπισφαλής [= ασταθής, ευμετάβλητος, επικίνδυνος].

Επιρρήματα

επισφαλώς [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επισφαλής», σ. 298. https://navalhistory.gr/lexiko/επισφαλησ/