επισφαλής
-ής, -ές, επίθ.
- αυτός που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, απροσδιοριστία και ανασφάλεια, συνών. αβέβαιος, άδηλος, ασταθής, αντών. σταθερός, ασφαλής
- αυτός που ενέχει κινδύνους, συνών. επικίνδυνος, ανασφαλής, επίφοβος
- (για οικοδομήματα) αυτός που δεν είναι σταθερός
- (φρ.) «επισφαλής ακτή / βυθός / πυθμένας», «επισφαλές δάνειο / χρέος».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπισφαλής [= ασταθής, ευμετάβλητος, επικίνδυνος].
Επιρρήματα
επισφαλώς [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επισφαλής», σ. 298. https://navalhistory.gr/lexiko/επισφαλησ/