επίσωτρο
το, ουσ.
(τεχνολ.) το ελαστικό του τροχού ενός οχήματος (αυτοκινήτου, ποδηλάτου κ.λπ.) ή η σιδερένια στεφάνη [δηλ. αρχ. το σῶτρο(ν)] του τροχού σιδηροδρομικού οχήματος, κάρου, άμαξας κ.λπ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπί-σωτρον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίσωτρο», σ. 298. https://navalhistory.gr/lexiko/επισωτρο/