επίκρουση
η, ουσ.
- χτύπημα πάνω σε κάτι
- ανάφλεξη εκρηκτικού μείγματος φυσιγγίου
- (ιατρ.) κλινική μέθοδος διάγνωσης του ασθενή με κρούση των δαχτύλων του γιατρού πάνω στο σώμα.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐπίκρου(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίκρουση», σ. 292. https://navalhistory.gr/lexiko/επικρουση/