επίθεμα
το, ουσ.
- οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως κάλυμμα, σκέπασμα, περικάλυμμα, επένδυση, καπάκι
- (ιατρ.) υφασμάτινη λωρίδα ή γάζα, στεγνή ή υγρή, που τοποθετείται πάνω σε τραύμα προστατευτικά ή θεραπευτικά.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπί-τίθημι [= επιθέτω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίθεμα», σ. 289. https://navalhistory.gr/lexiko/επιθεμα/