navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επίδεση

επίδεση

η, ουσ.

  1. (ιατρ.) κάλυψη του τραύματος με επίδεσμο
  2. το δέσιμο ενός αντικειμένου, πρόσδεση.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπίδε(σις) -ση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίδεση», σ. 287. https://navalhistory.gr/lexiko/επιδεση/