επίδεση
η, ουσ.
- (ιατρ.) κάλυψη του τραύματος με επίδεσμο
- το δέσιμο ενός αντικειμένου, πρόσδεση.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπίδε(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίδεση», σ. 287. https://navalhistory.gr/lexiko/επιδεση/