επιδικάζω
ρ. [μετβ.]
(νομ.) αναγνωρίζω ως νόμιμη την απαίτηση κάποιου και την ικανοποιώ, κατακυρώνω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπιδικάζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιδικάζω», σ. 287. https://navalhistory.gr/lexiko/επιδικαζω/