αμέλεια
η, ουσ.
- η ιδιότητα του να είναι κανείς αμελής
- έλλειψη φροντίδας, αδιαφορία
- απερισκεψία, απροσεξία
- (φρ.) «αδίκημα εξ αμελείας», αδίκημα που δεν έγινε με σκοπιμότητα αλλά από έλλειψη προσοχής.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀμελής + -ια.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμέλεια», σ. 70. https://navalhistory.gr/lexiko/αμελεια/