navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αμέλεια

αμέλεια

η, ουσ.

  1. η ιδιότητα του να είναι κανείς αμελής
  2. έλλειψη φροντίδας, αδιαφορία
  3. απερισκεψία, απροσεξία
  4. (φρ.) «αδίκημα εξ αμελείας», αδίκημα που δεν έγινε με σκοπιμότητα αλλά από έλλειψη προσοχής.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀμελής + -ια.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμέλεια», σ. 70. https://navalhistory.gr/lexiko/αμελεια/