επιλιμενάρχης
ο/η, ουσ.
γενική ονομασία ανώτερων αξιωματικών του λιμενικού σώματος.
Ετυμολογία
< επί- + λιμενάρχης < λιμήν, γεν. -ένος + -άρχης < [αρχ.] ἄρχω [= διοικώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιλιμενάρχης», σ. 292. https://navalhistory.gr/lexiko/επιλιμεναρχησ/