navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επιθαλάσσιος

επιθαλάσσιος

-ια, -ιο, επίθ.

  1. αυτός που βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, παράλιος, παραθαλάσσιος
  2. αυτός που δραστηριοποιείται στην επιφάνεια της θάλασσας, αντών. υποθαλάσσιος, υποβρύχιος
  3. (ειδικότ.) «επιθαλάσσια αρωγή - assistance at sea», βοήθεια που παρέχεται σε πλοίο που κινδυνεύει και κυρίως στα μέλη του πληρώματός του, ταυτόσημο με τη λ. ναυαγιαίρεση ή ναυαγιαιρεσία, «επιθαλάσσιος λιμένας - sea port», «επιθαλάσσιος μόλος – sea wall».

Ετυμολογία

< επί + θάλασσ(α) + -ιος.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιθαλάσσιος», σ. 289. https://navalhistory.gr/lexiko/επιθαλασσιοσ/