επιθαλάσσιος
-ια, -ιο, επίθ.
- αυτός που βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, παράλιος, παραθαλάσσιος
- αυτός που δραστηριοποιείται στην επιφάνεια της θάλασσας, αντών. υποθαλάσσιος, υποβρύχιος
- (ειδικότ.) «επιθαλάσσια αρωγή - assistance at sea», βοήθεια που παρέχεται σε πλοίο που κινδυνεύει και κυρίως στα μέλη του πληρώματός του, ταυτόσημο με τη λ. ναυαγιαίρεση ή ναυαγιαιρεσία, «επιθαλάσσιος λιμένας - sea port», «επιθαλάσσιος μόλος – sea wall».
Ετυμολογία
< επί + θάλασσ(α) + -ιος.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιθαλάσσιος», σ. 289. https://navalhistory.gr/lexiko/επιθαλασσιοσ/