επίθεση
η, ουσ.
- προσβλητική ενέργεια εναντίον κάποιου
- (κατ’ επέκτ.) γρήγορη μετακίνηση ανθρώπων με κατεύθυνση κάτι που συνήθως κρίνεται ως επιθυμητό
- (στρατ.) στρατιωτική δράση με στόχο τη συντριβή ή την απώθηση του αντιπάλου, έφοδος, (φρ.) «επίθεση ναυτική / αεροπορική / γενική / συνδυασμένη από την ξηρά, τη θάλασσα και τον αέρα / κατά μέτωπο / αντιπερισπασμού / στρατηγική / τακτική / ένοπλη»
- (αθλητ.) η προσπάθεια για την επίτευξη θετικού αποτελέσματος, συνήθως σε ομαδικά παιχνίδια με στόχο τη νίκη, (κατ’ επέκτ.) το σύνολο των παικτών που παίζουν σε κείνες τις θέσεις που θεωρούνται κατάλληλες για την επίτευξη π.χ. του τέρματος
- (μτφ.) η άσκηση αυστηρής πολιτικής κριτικής
- (μτφ.) προσπάθεια για ερωτική κατάκτηση γυναίκας
- τοποθέτηση κάποιου πράγματος πάνω σε άλλο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπίθε(σις) -ση.
Σημείωμα
Τίτλοι ηλεκτρονικού τύπου «Ένοπλη επίθεση σε ελληνικό πλοίο στο Καμερούν - Όμηροι πέντε Έλληνες ναυτικοί», 31/12/2019.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίθεση», σ. 289. https://navalhistory.gr/lexiko/επιθεση/