επαφή
η, ουσ.
- άγγιγμα, ψαύση
- το κοινό σημείο στο οποίο αγγίζουν δύο σώματα
- συνουσία, ερωτική πράξη
- (πολιτ.) έναρξη διαπραγματεύσεων
- (μτφ.) η επικοινωνία
- (στρατ.) οι πρώτες αψιμαχίες αντίπαλων δυνάμεων
- (φρ.) «ανορθωτής / αντίσταση / δυναμικό / διακόπτης / μικρόφωνο / πτώση δυναμικού επαφής».
Ετυμολογία
< μτγν. ἐπαφή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επαφή», σ. 284. https://navalhistory.gr/lexiko/επαφη/