navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έξοδος

έξοδος

η, ουσ.

  1. το σημείο από όπου βγαίνει κάποιος, (φρ.) «έξοδος κινδύνου»,
  2. η μετάβαση από έναν εσωτερικό χώρο προς κάποιον άλλο εξωτερικό
  3. το τερματικό σημείο κάποιας διώρυγας, σήραγγας κ.λπ.
  4. (στρατ.) μαζική επίθεση πολιορκημένων για απεγκλωβισμό τους
  5. μαζική μετακίνηση πολιτών από ένα σημείο της χώρας προς κάποιο άλλο για διάφορους λόγους π.χ.: εκδρομή σε βουνό ή θάλασσα, για εκλογικούς σκοπούς, θρησκευτικές, πολιτικές, πολιτιστικές, ψυχαγωγικές αποδράσεις κ.λπ.
  6. (πληροφ.) α) ο τερματισμός των εργασιακών αναγκών ή το στάδιο της λήψης ή της αποστολής ή της αποθήκευσης των αποτελεσμάτων μιας υπολογιστικής διαδικασίας, β) το σημείο επαφής επικοινωνίας ενός υπολογιστή με τις περιφερειακές συσκευές του συστήματος
  7. (φιλολ.) το τελευταίο στάσιμο της αρχαίας τραγωδίας, όταν δηλ. ο χορός αποχωρεί από τη σκηνή
  8. (ηλεκτρολ.) το ένα από τα δύο άκρα κάθε ηλεκτρικής διάταξης από το οποίο εξέρχεται το ηλεκτρικό ρεύμα, (φρ. + εκφρ.) «κύκλωμα / λυχνία / μετασχηματιστής / όργανο μέτρησης τάσης / παραμόρφωση μεταξύ εισόδου και / πηνίο φραγμού / ρεύμα / στάδιο / τάση / φορτίο εξόδου»,
  9. [ως κυρ. όν.:] Έξοδος, α) (θρησκ.) ονομασία του δεύτερου βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης, β) (ιστορ.) η πραγματοποίηση της διαφυγής των πολιορκημένων κατοίκων του Μεσολογγίου το 1826.

Ετυμολογία

< αρχ. ἔξ-οδος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έξοδος», σσ. 279-280. https://navalhistory.gr/lexiko/εξοδοσ/