έξοδος
η, ουσ.
- το σημείο από όπου βγαίνει κάποιος, (φρ.) «έξοδος κινδύνου»,
- η μετάβαση από έναν εσωτερικό χώρο προς κάποιον άλλο εξωτερικό
- το τερματικό σημείο κάποιας διώρυγας, σήραγγας κ.λπ.
- (στρατ.) μαζική επίθεση πολιορκημένων για απεγκλωβισμό τους
- μαζική μετακίνηση πολιτών από ένα σημείο της χώρας προς κάποιο άλλο για διάφορους λόγους π.χ.: εκδρομή σε βουνό ή θάλασσα, για εκλογικούς σκοπούς, θρησκευτικές, πολιτικές, πολιτιστικές, ψυχαγωγικές αποδράσεις κ.λπ.
- (πληροφ.) α) ο τερματισμός των εργασιακών αναγκών ή το στάδιο της λήψης ή της αποστολής ή της αποθήκευσης των αποτελεσμάτων μιας υπολογιστικής διαδικασίας, β) το σημείο επαφής επικοινωνίας ενός υπολογιστή με τις περιφερειακές συσκευές του συστήματος
- (φιλολ.) το τελευταίο στάσιμο της αρχαίας τραγωδίας, όταν δηλ. ο χορός αποχωρεί από τη σκηνή
- (ηλεκτρολ.) το ένα από τα δύο άκρα κάθε ηλεκτρικής διάταξης από το οποίο εξέρχεται το ηλεκτρικό ρεύμα, (φρ. + εκφρ.) «κύκλωμα / λυχνία / μετασχηματιστής / όργανο μέτρησης τάσης / παραμόρφωση μεταξύ εισόδου και / πηνίο φραγμού / ρεύμα / στάδιο / τάση / φορτίο εξόδου»,
- [ως κυρ. όν.:] Έξοδος, α) (θρησκ.) ονομασία του δεύτερου βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης, β) (ιστορ.) η πραγματοποίηση της διαφυγής των πολιορκημένων κατοίκων του Μεσολογγίου το 1826.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔξ-οδος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έξοδος», σσ. 279-280. https://navalhistory.gr/lexiko/εξοδοσ/