εξάρτυση
η, ουσ.
- (στρατ.) το σύνολο των ατομικών ειδών του στρατιώτη, εκτός από τον οπλισμό του, όταν αυτός βρίσκεται σε πορεία, δηλ. ο γυλιός και το περιεχόμενό του [σιτιοδόχη, παγούρι νερού, ζωστήρας, παλάσκες, τελαμώνας, φυσιγγιοθήκες, ξιφολόγχη, κ.λπ.]
- (γενικότ.) το σύνολο των απαραίτητων εξαρτημάτων που μπορεί κάποιος, να φέρει μαζί για να πραγματοποιήσει ένα έργο.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐξάρτυσις < αρχ. ἐξαρτύω [= ετοιμάζω, εφοδιάζω, εξοπλίζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξάρτυση», σ. 277. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαρτυση/