επείγον
το, [ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής ενεργητικού ενεστώτα επείγων, του ρήματος επείγω, αρχ. ἐπείγω]
χαρακτηρισμός επιστολής ή τηλεγραφήματος ή δέματος ή εγγράφου που δηλώνει ότι αυτό πρέπει να επιδοθεί στον παραλήπτη τάχιστα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επείγον», σσ. 284-285. https://navalhistory.gr/lexiko/επειγον/