navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ενίσχυση

ενίσχυση

η, ουσ.

  1. η αύξηση της δύναμης, ενδυνάμωμα, ενδυνάμωση
  2. άμεση κινητοποίηση για βοήθεια, υποστήριξη
  3. στήριγμα αντικειμένου
  4. (στρατ.) αποστολή ανθρώπινου δυναμικού σε μάχιμη μονάδα για παροχή βοήθειας, ή αποστολή πρώτων υλών για υποστήριξη της γραμμής πυρός, ανεφοδιασμός.

Ετυμολογία

< μτγν. ἐνίσχυ(σις) -ση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενίσχυση», σ. 271. https://navalhistory.gr/lexiko/ενισχυση/