ενίσχυση
η, ουσ.
- η αύξηση της δύναμης, ενδυνάμωμα, ενδυνάμωση
- άμεση κινητοποίηση για βοήθεια, υποστήριξη
- στήριγμα αντικειμένου
- (στρατ.) αποστολή ανθρώπινου δυναμικού σε μάχιμη μονάδα για παροχή βοήθειας, ή αποστολή πρώτων υλών για υποστήριξη της γραμμής πυρός, ανεφοδιασμός.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐνίσχυ(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενίσχυση», σ. 271. https://navalhistory.gr/lexiko/ενισχυση/