έλλειμμα
το, ουσ.
- χρηματικό ή άλλο ποσό σε είδος που λείπει χωρίς να μπορεί να δικαιολογηθεί (από ταμείο, αποθήκη κ.λπ.)
- (οικον.) α) όταν στον προϋπολογισμό τα έσοδα είναι λιγότερα από τα έξοδα, αντών. πλεόνασμα, β) όταν στο εμπορικό ισοζύγιο η αξία των εξαγωγών είναι μικρότερη από την αξία των εισαγωγών
- (κατ’ επέκτ.) αυτό που λείπει, η ανεπάρκεια, η έλλειψη.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔλλειμμα < ἐλλείπω.
Παράγωγα
ελλειμματικός.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έλλειμμα», σ. 262. https://navalhistory.gr/lexiko/ελλειμμα/