navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έλλειμμα

έλλειμμα

το, ουσ.

  1. χρηματικό ή άλλο ποσό σε είδος που λείπει χωρίς να μπορεί να δικαιολογηθεί (από ταμείο, αποθήκη κ.λπ.)
  2. (οικον.) α) όταν στον προϋπολογισμό τα έσοδα είναι λιγότερα από τα έξοδα, αντών. πλεόνασμα, β) όταν στο εμπορικό ισοζύγιο η αξία των εξαγωγών είναι μικρότερη από την αξία των εισαγωγών
  3. (κατ’ επέκτ.) αυτό που λείπει, η ανεπάρκεια, η έλλειψη.

Ετυμολογία

< αρχ. ἔλλειμμα < ἐλλείπω.

Παράγωγα

ελλειμματικός.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έλλειμμα», σ. 262. https://navalhistory.gr/lexiko/ελλειμμα/