εμπόδιο
το, ουσ.
- κάθε φυσικό ή τεχνητό φράγμα, που εμποδίζει, δυσκολεύει, αποτρέπει ή απαγορεύει μια πορεία, μια κίνηση, συνών. πρόσκομμα, μπάρα
- (αθλητ.) α) ελαφριά κατασκευή σε σχήμα Π [πι], με διαφορετικές διαστάσεις ανάλογα το αγώνισμα, το οποίο αποτελεί είδος φράγματος που πρέπει ο αθλητής να υπερπηδήσει για να συνεχίσει τη διαδρομή του στο αγώνισμα του στίβου που έχει επιλέξει, β) μικρός φράκτης για υπερπήδηση στο άθλημα της ιππασίας
- (στρατ.) φυσικό ή τεχνητό ανάχωμα για την αναχαίτιση των εχθρικών δυνάμεων
- (μτφ.) οτιδήποτε εμποδίζει, παρακωλύει.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐμπόδιον.
Συνώνυμα στο λεξικό
Σημείωμα
Αγωνίσματα δρόμων με εμπόδια. - 110μ. με εμπόδια ανδρών και 100μ. με εμπόδια γυναικών. Το ύψος των εμποδίων για τους άνδρες είναι 1,067μ. και για τις γυναίκες 0,840μ. - 400μ. «χαμηλά εμπόδια» ανδρών και γυναικών με ύψος εμποδίων 0,914μ. και 0,762μ. αντίστοιχα. - 3.000μ. με φυσικά εμπόδια ή στιπλ ανδρών με ύψος 0,914.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμπόδιο», σ. 265. https://navalhistory.gr/lexiko/εμποδιο/