εμπλοκή
η, ουσ.
(μηχανολ.) το αποτέλεσμα του εμπλέκω:
- η εισχώρηση των δοντιών οδοντωτού τροχού στα δόντια άλλου με σκοπό τη μετάδοση της κίνησής του
- το σταμάτημα της λειτουργίας ενός μηχανισμού ή ενός όπλου εξαιτίας του κακού συγχρονισμού των κινητών εξαρτημάτων του
- (στρατ.) η πρώτη φάση της μάχης μετά την επαφή
- μπέρδεμα, ανακάτωμα, περιπλοκή
- ανάμειξη ή συμμετοχή σε διένεξη ή σε δισεπίλυτη υπόθεση
- (μτφ.) περίπλοκη κατάσταση που δυσκολεύει ή εμποδίζει την εξέλιξη για την επίλυση μιας υπόθεσης
- (στρατ.) οι επαναλαμβανόμενες υπηρεσίες και υποχρεώσεις στρατιωτών και στρατιωτικών, χωρίς ενδιάμεσες άδειες εξόδου από το στρατόπεδο.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐμπλοκή < αρχ. ἐμπλέκω < ἐν + πλέκω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμπλοκή», σ. 265. https://navalhistory.gr/lexiko/εμπλοκη/