navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εμπλοκή

εμπλοκή

η, ουσ.

(μηχανολ.) το αποτέλεσμα του εμπλέκω:

  1. η εισχώρηση των δοντιών οδοντωτού τροχού στα δόντια άλλου με σκοπό τη μετάδοση της κίνησής του
  2. το σταμάτημα της λειτουργίας ενός μηχανισμού ή ενός όπλου εξαιτίας του κακού συγχρονισμού των κινητών εξαρτημάτων του
  3. (στρατ.) η πρώτη φάση της μάχης μετά την επαφή
  4. μπέρδεμα, ανακάτωμα, περιπλοκή
  5. ανάμειξη ή συμμετοχή σε διένεξη ή σε δισεπίλυτη υπόθεση
  6. (μτφ.) περίπλοκη κατάσταση που δυσκολεύει ή εμποδίζει την εξέλιξη για την επίλυση μιας υπόθεσης
  7. (στρατ.) οι επαναλαμβανόμενες υπηρεσίες και υποχρεώσεις στρατιωτών και στρατιωτικών, χωρίς ενδιάμεσες άδειες εξόδου από το στρατόπεδο.

Ετυμολογία

< μτγν. ἐμπλοκή < αρχ. ἐμπλέκω < ἐν + πλέκω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμπλοκή», σ. 265. https://navalhistory.gr/lexiko/εμπλοκη/