εμποδίζω
ρ.
- [αμετβ.] αποτελώ εμπόδιο
- [μετβ.] βάζω εμπόδιο σε άλλους, λειτουργώ αποτρεπτικά, θέτω φραγμούς.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐμποδίζω < ἐν + πούς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμποδίζω», σ. 265. https://navalhistory.gr/lexiko/εμποδιζω/