έμπιστος
-η, -ο, επίθ.
- αξιόπιστος, εχέγγυος, πιστός
- (ως ουσ.) πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης.
Ετυμολογία
< εν- + πιστός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έμπιστος», σ. 265. https://navalhistory.gr/lexiko/εμπιστοσ/