navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έμπιστος

έμπιστος

-η, -ο, επίθ.

  1. αξιόπιστος, εχέγγυος, πιστός
  2. (ως ουσ.) πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης.

Ετυμολογία

< εν- + πιστός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έμπιστος», σ. 265. https://navalhistory.gr/lexiko/εμπιστοσ/