έμβλημα
το, ουσ.
- συμβολική εικόνα που χρησιμεύει ως επίσημο διακριτικό γνώρισμα, σύμβολο, σήμα, εθνόσημο, θυρεός και οικόσημο, σήμα κατατεθέν
- (κατ’ επέκτ.) επιγραμματική φράση που αποδέχεται κανείς ως βασική αρχή για την πορεία της ζωής του, γνωμικό, ρητό, απόφθεγμα κ.λπ.
Ετυμολογία
< μτγν. ἔμβλημα [= ένθετο στόλισμα].
Παράγωγα
εμβληματικός.
Σύνθετα
εμβληματολογία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έμβλημα», σσ. 263-264. https://navalhistory.gr/lexiko/εμβλημα/