navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έλκω

έλκω

ρ. [μετβ.]

  1. ελκύω, συνών. σέρνω, τραβώ
  2. γοητεύω, σαγηνεύω, προσελκύω
  3. (για πλοίο) α) καθελκύω, τραβώ από την ξηρά στη θάλασσα σκάφος, β) ρυμουλκώ, 5. (για άροτρο, άμαξα, μηχανοκίνητο μέσο) κινούμαι προς τα εμπρός, σέρνοντας πίσω μου κάτι.

Ετυμολογία

< αρχ. ἕλκω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έλκω», σσ. 261-262. https://navalhistory.gr/lexiko/ελκω/