έλκω
ρ. [μετβ.]
- ελκύω, συνών. σέρνω, τραβώ
- γοητεύω, σαγηνεύω, προσελκύω
- (για πλοίο) α) καθελκύω, τραβώ από την ξηρά στη θάλασσα σκάφος, β) ρυμουλκώ, 5. (για άροτρο, άμαξα, μηχανοκίνητο μέσο) κινούμαι προς τα εμπρός, σέρνοντας πίσω μου κάτι.
Ετυμολογία
< αρχ. ἕλκω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έλκω», σσ. 261-262. https://navalhistory.gr/lexiko/ελκω/