navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλεόνασμα

πλεόνασμα

το, ουσ.

αυτό [χρηματικό ποσό ή παραγόμενο αγαθό] που περισσεύει από κάποια ποσότητα, αυτό που είναι περισσότερο από το κανονικό, συνών. περίσσευμα, αντών. έλλειμμα.

Ετυμολογία

< μτγν. πλεόνασμα.

Παράγωγα

πλεονασματικός.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλεόνασμα», σ. 672. https://navalhistory.gr/lexiko/πλεονασμα/