έδρανο
το, ουσ.


- κάθισμα αποτελούμενο από μικρό πάγκο για να ακουμπά και να γράφει αυτός που κάθεται
- (μηχανολ.) στοιχείο μηχανών στο οποίο στηρίζεται ο περιστρεφόμενος άξονας, η άτρακτος, οι πείροι, αλλιώς κουζινέτο, (φρ.) «έδρανο ολίσθησης / κύλισης / στροφαλοφόρου ατράκτου / σταθερά αυτορυθμιζόμενο / ελικοφόρου ατράκτου / ενδιάμεσου άξονα / ώσεως / βελονωτό».
Ετυμολογία
< αρχ. ἕδρανον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έδρανο», σ. 245. https://navalhistory.gr/lexiko/εδρανο/