navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έδρανο

έδρανο

το, ουσ.

έδρανο, εικόνα από το έντυπο
έδρανο, εικόνα από το έντυπο
  1. κάθισμα αποτελούμενο από μικρό πάγκο για να ακουμπά και να γράφει αυτός που κάθεται
  2. (μηχανολ.) στοιχείο μηχανών στο οποίο στηρίζεται ο περιστρεφόμενος άξονας, η άτρακτος, οι πείροι, αλλιώς κουζινέτο, (φρ.) «έδρανο ολίσθησης / κύλισης / στροφαλοφόρου ατράκτου / σταθερά αυτορυθμιζόμενο / ελικοφόρου ατράκτου / ενδιάμεσου άξονα / ώσεως / βελονωτό».

Ετυμολογία

< αρχ. ἕδρανον.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έδρανο», σ. 245. https://navalhistory.gr/lexiko/εδρανο/