εγγύηση
η, ουσ.
- οποιασδήποτε μορφής εξασφάλιση παρέχει κάποιος προς άλλο πρόσωπο, επιχείρηση ή οργανισμό, η υπεύθυνη υπόσχεση ή διαβεβαίωση
- το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται για να εξασφαλιστεί το πρόσωπο, η επιχείρηση ή ο οργανισμός που το έχει ανάγκη για τις δράσεις που σχεδιάζει ή εκτελεί
- (νομ.) σύμβαση σύμφωνα με την οποία κάποιος αναλαμβάνει να πληρώσει την οφειλή άλλου όταν εκείνος δεν μπορεί να αποπληρώσει το χρέος του
- (ειδικότ.) το έγγραφο, σε έντυπη μορφή, το οποίο συνοδεύει κάθε εμπόρευμα και εξασφαλίζει τον αγοραστή από την οποιαδήποτε προβληματική λειτουργία του προϊόντος
- το χρηματικό ποσό που καταβάλλει ένας φυλακισμένος ή κάποιος άλλος για λογαριασμό του ώστε να του δοθεί το δικαίωμα της προσωρινής ή της μόνιμης αποφυλάκισής του.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐγγύη(σις) -ση < αρχ. ἐγγύη, ή
ή < σημδ. γαλλ. garantie και αγγλ. guaranty.
Σημείωμα
General average deposits – Κατάθεση χρημάτων από τον παραλήπτη των διασωθέντων εμπορευμάτων σαν εγγύηση, για την απελευθέρωση των εμπορευμάτων από τον μεταφορέα, σε περίπτωση γενικής αβαρίας.
Arrest (of a ship) – Η κατάσχεση πλοίου με απόφαση δικαστηρίου είτε σαν εγγύηση για χρέος, είτε απλώς, για παρεμπόδιση του απόπλου του έως ότου διακανονισθεί κάποια διαφορά
Bank guarantee – Τραπεζική εγγύηση
Bottomry – Θαλασσοδάνειο, ναυτοδάνειο. Χρήματα τα οποία δανείζεται ο πλοίαρχος του πλοίου, χρησιμοποιώντας το πλοίο σαν εγγύηση. Το έγγραφο δια του οποίου υποθηκεύεται το πλοίο είναι γνωστό σαν bottomry bond (συμφωνητικό ναυτοδανείου).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εγγύηση», σ. 241. https://navalhistory.gr/lexiko/εγγυηση/