εγγυητής
ο, εγγυήτρια, η, ουσ.
- αυτός που παρέχει την εγγύηση ως πράξη εξασφάλισης και σιγουριάς για λογαριασμό τρίτου και αναλαμβάνει την ευθύνη των υφιστάμενων ή μελλοντικών υποχρεώσεών του
- αυτός που, από θέση ουδετερότητας, αναλαμβάνει την ευθύνη για την ορθή τήρηση συμφωνίας μεταξύ τρίτων.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐγγυητής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εγγυητής», σ. 241. https://navalhistory.gr/lexiko/εγγυητησ/