navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εγγράφω

εγγράφω

ρ. [μετβ.]

  1. (για πρόσ.) καταγράφω το όνομα κάποιου σε κατάλογο ή κατάσταση ώστε να αποκτήσει μια ιδιότητα ή να γίνει μέλος ενός συνόλου, αντών. διαγράφω, ξεγράφω
  2. (λογιστ.) καταχωρώ οικονομικά στοιχεία σε λογιστικά βιβλία επιχείρησης, οργανισμού, εταιρείας κ.λπ.
  3. συγκαταλέγω, καταλογίζω, συμπεριλαμβάνω
  4. αποτυπώνω πληροφορίες ή σήματα
  5. (γεωμ.) χαράσσω ένα σχήμα μέσα σε κάποιο άλλο.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐγγράφω.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εγγράφω», σ. 241. https://navalhistory.gr/lexiko/εγγραφω/