εγγράφω
ρ. [μετβ.]
- (για πρόσ.) καταγράφω το όνομα κάποιου σε κατάλογο ή κατάσταση ώστε να αποκτήσει μια ιδιότητα ή να γίνει μέλος ενός συνόλου, αντών. διαγράφω, ξεγράφω
- (λογιστ.) καταχωρώ οικονομικά στοιχεία σε λογιστικά βιβλία επιχείρησης, οργανισμού, εταιρείας κ.λπ.
- συγκαταλέγω, καταλογίζω, συμπεριλαμβάνω
- αποτυπώνω πληροφορίες ή σήματα
- (γεωμ.) χαράσσω ένα σχήμα μέσα σε κάποιο άλλο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐγγράφω.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εγγράφω», σ. 241. https://navalhistory.gr/lexiko/εγγραφω/