navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επιταχυντής

επιταχυντής

ο, ουσ.

επιταχυντής, εικόνα από το έντυπο
  1. (τεχνολ.) μηχανή ή συσκευή που συμβάλλει στην επιτάχυνση ηλεκτρονίων, πρωτονίων κι άλλων φορτισμένων σωματιδίων προσδίδοντάς τους ενέργεια και ταχύτητα που μπορεί να φθάσει την ταχύτητα του φωτός, (φρ.) «γραμμικός / κυκλικός επιταχυντής»,
  2. (χημ.) ουσία που συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας χημικής αντίδρασης
  3. (μηχνολ.) ο μοχλός ρύθμισης ροής του καυσίμου σε μηχανή εσωτερικής καύσης, συνών. γκάζι.

Ετυμολογία

< μτφρδ. από τη γαλλ. accelerator.

Συνώνυμα στο λεξικό

Σημείωμα

Ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων (LHC) του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών (CERN) τέθηκε εκτός λειτουργίας έως την άνοιξη του 2021, προκειμένου να πραγματοποιηθούν σε αυτόν εκτεταμένες εργασίες αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού. Κατά τη δεύτερη φάση λειτουργίας του (2015- 2018), ο ισχυρότερος επιταχυντής του κόσμου λειτούργησε καλύτερα από κάθε προσδοκία, πετυχαίνοντας περίπου 16 εκατομμύρια δισεκατομμυρίων συγκρούσεις μεταξύ πρωτονίων, με ενέργεια 13 ηλεκτρονιοβόλτ (TeV), παράγοντας ένα τεράστιο όγκο δεδομένων άνω των 300 petabytes (300 εκατομμυρίων gigabytes), πενταπλάσιο περίπου σε σχέση με τον πρώτο «γύρο» λειτουργίας του.

https://www.cnn.gr/news/kosmos/story

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιταχυντής», σ. 299. https://navalhistory.gr/lexiko/επιταχυντησ/