navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ισχύς

ισχύς

η, ουσ.

  1. (λόγ.) το μέγεθος της σωματικής δύναμης που έχει κάποιος
  2. το μέγεθος της στρατιωτικής, πολιτικής, κοινωνικής, εξουσιαστικής, οικονομικής δύναμης που μπορεί να έχει κάποιο πρόσωπο ή κράτος ή εταιρεία ή επιχείρηση κ.λπ.
  3. (έκφρ.) «η ισχύς εν τη ενώσει», δηλ. είμαστε ισχυροί όταν είμαστε ενωμένοι
  4. το κύρος, (φρ.) «από θέση ισχύος», για κάποιον που βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση και μπορεί ευκολότερα να πραγματοποιεί εκείνα που σχεδιάζει
  5. η εγκυρότητα
  6. (φυσ.) το έργο που παράγει μια πηγή ενέργειας (π.χ. κινητήρας, υδατοπτώσεις κ.λπ.) σε συνάρτηση με το χρόνο, «το βατ και ο ίππος είναι μονάδες μέτρησης της ισχύος», (φρ.) «απόδοση / απώλεια / ανορθωτής / αντίσταση / τρίγωνο / διακόπτης / διόρθωση συντελεστή / κατανάλωση / κύκλωμα / ενίσχυση / ενισχυτής / ένδειξη / λυχνία ανορθωτική / μεταλλάκτης / μεταφορά μηχανική αντλία μεγάλης / πηγή / στάθμη / συνιστώσα / συντελεστής ισχύος».

Ετυμολογία

< αρχ. ἰσχύς, [για την 6η ερμ. από την αγγλ. power].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισχύς», σ. 376. https://navalhistory.gr/lexiko/ισχυσ/