ισχύς
η, ουσ.
- (λόγ.) το μέγεθος της σωματικής δύναμης που έχει κάποιος
- το μέγεθος της στρατιωτικής, πολιτικής, κοινωνικής, εξουσιαστικής, οικονομικής δύναμης που μπορεί να έχει κάποιο πρόσωπο ή κράτος ή εταιρεία ή επιχείρηση κ.λπ.
- (έκφρ.) «η ισχύς εν τη ενώσει», δηλ. είμαστε ισχυροί όταν είμαστε ενωμένοι
- το κύρος, (φρ.) «από θέση ισχύος», για κάποιον που βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση και μπορεί ευκολότερα να πραγματοποιεί εκείνα που σχεδιάζει
- η εγκυρότητα
- (φυσ.) το έργο που παράγει μια πηγή ενέργειας (π.χ. κινητήρας, υδατοπτώσεις κ.λπ.) σε συνάρτηση με το χρόνο, «το βατ και ο ίππος είναι μονάδες μέτρησης της ισχύος», (φρ.) «απόδοση / απώλεια / ανορθωτής / αντίσταση / τρίγωνο / διακόπτης / διόρθωση συντελεστή / κατανάλωση / κύκλωμα / ενίσχυση / ενισχυτής / ένδειξη / λυχνία ανορθωτική / μεταλλάκτης / μεταφορά μηχανική αντλία μεγάλης / πηγή / στάθμη / συνιστώσα / συντελεστής ισχύος».
Ετυμολογία
< αρχ. ἰσχύς, [για την 6η ερμ. από την αγγλ. power].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισχύς», σ. 376. https://navalhistory.gr/lexiko/ισχυσ/