navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δρομολόγιο

δρομολόγιο

το, ουσ.

  1. η πορεία ενός μεταφορικού μέσου από το σημείο της αφετηρίας έως το τέρμα, με δεδομένη τη διαδρομή και σε καθορισμένο χρονικό διάστημα, (φρ.) «τακτικό / έκτακτο / πρώτο / τελευταίο / ακτοπλοϊκό / σιδηροδρομικό δρομολόγιο»
  2. πίνακας με τις ώρες αναχώρησης και άφιξης, και με τους ενδιάμεσους σταθμούς των μέσων μαζικής μεταφοράς [τρένων, λεωφορείων ή πλοίων]
  3. η διαδρομή που πραγματοποιεί κάποιος για να φτάσει στον προορισμό του.

Ετυμολογία

< δρόμος -ο- + -λόγιον.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δρομολόγιο», σ. 234. https://navalhistory.gr/lexiko/δρομολογιο/