δρομολόγιο
το, ουσ.
- η πορεία ενός μεταφορικού μέσου από το σημείο της αφετηρίας έως το τέρμα, με δεδομένη τη διαδρομή και σε καθορισμένο χρονικό διάστημα, (φρ.) «τακτικό / έκτακτο / πρώτο / τελευταίο / ακτοπλοϊκό / σιδηροδρομικό δρομολόγιο»
- πίνακας με τις ώρες αναχώρησης και άφιξης, και με τους ενδιάμεσους σταθμούς των μέσων μαζικής μεταφοράς [τρένων, λεωφορείων ή πλοίων]
- η διαδρομή που πραγματοποιεί κάποιος για να φτάσει στον προορισμό του.
Ετυμολογία
< δρόμος -ο- + -λόγιον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δρομολόγιο», σ. 234. https://navalhistory.gr/lexiko/δρομολογιο/