(ν)ταλιάνι
το, ουσ. [χωρίς γεν.]

- α) ελεγχόμενος χώρος εκτροφής ψαριών, ιχθυοτροφείο, β) τρόπος αλίευσης σε κλειστούς κόλπους, συνών. θυννείο, [ < αρχ. ελλ. λ. θύννος (= τόνος) < θύνω (= σπεύδω ή εφορμώ)]
- (στρατ.) α) εμπροσθογεμές τουφέκι γνωστό από τα χρόνια της επανάστασης του 1821, συνών. σισανές, γκρας, μουσκέτο, καριοφίλι, β) (κατ’ επέκτ.) νταλιάνα, ψηλή και όμορφη γυναίκα.
Ετυμολογία
[για την 1η ερμ.] < τουρκ. dalyan [= είδος διχτυού του ψαρέματος] < αβέβαιου ετύμου, ίσως από το talyan < τ’ ἁλιάνειον (όπου το άρθρο θεωρήθηκε μέρος της λέξεως) < ἁλιάνειον [= αλιευτικός τόπος] < μτγν. ἁλιανή < αρχ. ἁλιεύω, οπότε πρόκειται για αντιδάνειο (άποψη του Henry Renée Kahane, ρομαντικός φιλόλογος και γλωσσολόγος) - [για τη 2η ερμ.] η λ. προέρχεται από το τουρκ. dalyan < talyan < italyan [= ιταλικό], επειδή το συγκεκριμένο τουφέκι ήταν ιταλικής κατασκευής.
Συνώνυμα στο λεξικό
Σημείωμα
Το νταλιάνι αποτελείται από δύο ξύλινους «πύργους», οι οποίοι τοποθετούνται κοντά στην ακτή μαζί με σύστημα από δίχτυα που «εγκλωβίζουν» τα ψάρια μόλις δώσει το σήμα ο παρατηρητής. Το ψάρεμα με νταλιάνι επιτρέπεται την περίοδο από Ιούνιο έως Οκτώβριο, ενώ συνδέεται και με την παρασκευή του αυγοτάραχου αφού έτσι γίνεται η αλίευση των ψαριών από αυγά των οποίων γίνεται το μοναδικό και γνωστό ανά τον κόσμο έδεσμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «(ν)ταλιάνι», σσ. 582-583. https://navalhistory.gr/lexiko/νταλιανι/