navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δίοδος

δίοδος

η, ουσ. [γεν. διόδου]

  1. το πέρασμα από τον ένα τόπο στον άλλο, διάβαση
  2. στενός δρόμος, μονοπάτι, ατραπός, διάδρομος
  3. (τεχνολ.) ηλεκτρονικό εξάρτημα που επιτρέπει τη διέλευση ρεύματος από δύο ημιαγωγούς προς μία μόνο κατεύθυνση.

Ετυμολογία

< αρχ. δι(α) + ὁδός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίοδος», σ. 225. https://navalhistory.gr/lexiko/διοδοσ/