δίοδος
η, ουσ. [γεν. διόδου]
- το πέρασμα από τον ένα τόπο στον άλλο, διάβαση
- στενός δρόμος, μονοπάτι, ατραπός, διάδρομος
- (τεχνολ.) ηλεκτρονικό εξάρτημα που επιτρέπει τη διέλευση ρεύματος από δύο ημιαγωγούς προς μία μόνο κατεύθυνση.
Ετυμολογία
< αρχ. δι(α) + ὁδός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίοδος», σ. 225. https://navalhistory.gr/lexiko/διοδοσ/