διοπτηρία
η, ουσ.
(τεχνολ.) η πυξίδα.
Ετυμολογία
< αρχ. διοπτ(εύω) + -τηρία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διοπτηρία», σ. 226. https://navalhistory.gr/lexiko/διοπτηρια/
Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διοπτηρία
η, ουσ.
(τεχνολ.) η πυξίδα.
< αρχ. διοπτ(εύω) + -τηρία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διοπτηρία», σ. 226. https://navalhistory.gr/lexiko/διοπτηρια/