navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διατομή

διατομή

η, ουσ.

  1. (τεχνολ.) κάθε τομή σε σώμα ή αντικείμενο που είναι κάθετη προς τον άξονά του, συνήθως, κατά μήκος, (φρ.) «κυκλική / τετραγωνική διατομή»,
  2. διαχωρισμός, διχοτόμηση.

Ετυμολογία

< διατομή [= τρύπα σε σωλήνα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διατομή», σ. 218. https://navalhistory.gr/lexiko/διατομη/