διατομή
η, ουσ.
- (τεχνολ.) κάθε τομή σε σώμα ή αντικείμενο που είναι κάθετη προς τον άξονά του, συνήθως, κατά μήκος, (φρ.) «κυκλική / τετραγωνική διατομή»,
- διαχωρισμός, διχοτόμηση.
Ετυμολογία
< διατομή [= τρύπα σε σωλήνα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διατομή», σ. 218. https://navalhistory.gr/lexiko/διατομη/