διοίκηση
η, ουσ.
- η ενέργεια του διοικώ, κυβέρνηση
- α) το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που ασκούν τη διοίκηση, β) το κτίριο ή τα γραφεία όπου στεγάζεται ο διοικητής και οι διοικητικοί υπάλληλοι, το διοικητήριο, το διευθυντήριο, (φρ.) «Ανωτέρα Διοίκηση» «διοίκηση ναυτικού διαμερίσματος / λιμένος», «Διοίκηση Φρεγατών / Ταχέων Σκαφών / Ναρκοπολέμου / Υποβρυχίων / Πλοίων Επιτηρήσεως / Αμφίβιων Δυνάμεων / Αεροπορίας Ναυτικού / Υποβρύχιων Καταστροφών», «Ναυτική Διοίκηση Αιγαίου», [Υπηρεσίες που υπάγονται στο Αρχηγείο Στόλου του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού].
Ετυμολογία
< αρχ. διοίκη(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διοίκηση», σ. 225. https://navalhistory.gr/lexiko/διοικηση/