δικύλινδρος
-η, -ο, επίθ.
(τεχνολ.) αυτός που έχει δύο κυλίνδρους.
Ετυμολογία
< δὶ(ς) + κύλινδρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δικύλινδρος», σ. 224. https://navalhistory.gr/lexiko/δικυλινδροσ/