navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διόδιο

διόδιο

το, ουσ. [πληθ. τα διόδια]

  1. ο φόρος που καταβάλλεται από οδηγό οχήματος ή τον καπετάνιο του σκάφους για να του επιτραπεί η διέλευση από κάποιο σημείο π.χ. αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας, διώρυγα, γέφυρα, υποθαλάσσια σήραγγα κ.λπ.
  2. ο τόπος όπου καταβάλλεται ο παραπάνω φόρος.

Ετυμολογία

< μτγν. διόδιον < δίοδος < αρχ. δι(ά) + ὁδός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διόδιο», σ. 225. https://navalhistory.gr/lexiko/διοδιο/