διόδιο
το, ουσ. [πληθ. τα διόδια]
- ο φόρος που καταβάλλεται από οδηγό οχήματος ή τον καπετάνιο του σκάφους για να του επιτραπεί η διέλευση από κάποιο σημείο π.χ. αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας, διώρυγα, γέφυρα, υποθαλάσσια σήραγγα κ.λπ.
- ο τόπος όπου καταβάλλεται ο παραπάνω φόρος.
Ετυμολογία
< μτγν. διόδιον < δίοδος < αρχ. δι(ά) + ὁδός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διόδιο», σ. 225. https://navalhistory.gr/lexiko/διοδιο/