διασωλήνωση
η, ουσ.
- απομάκρυνση υγρών τραύματος με τη βοήθεια ελαστικού σωλήνα
- εισαγωγή ειδικού σωλήνα στην τραχεία για τη διευκόλυνση της αναπνοής όταν η κατάσταση του ασθενή το επιβάλλει
- (τεχνολ.) σύνδεση διαφόρων στοιχείων με σωληνώσεις.
Ετυμολογία
< δια- σωλήν(ας) + -ωση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διασωλήνωση», σσ. 216-217. https://navalhistory.gr/lexiko/διασωληνωση/