navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διασωλήνωση

διασωλήνωση

η, ουσ.

  1. απομάκρυνση υγρών τραύματος με τη βοήθεια ελαστικού σωλήνα
  2. εισαγωγή ειδικού σωλήνα στην τραχεία για τη διευκόλυνση της αναπνοής όταν η κατάσταση του ασθενή το επιβάλλει
  3. (τεχνολ.) σύνδεση διαφόρων στοιχείων με σωληνώσεις.

Ετυμολογία

< δια- σωλήν(ας) + -ωση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διασωλήνωση», σσ. 216-217. https://navalhistory.gr/lexiko/διασωληνωση/