navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δικτυωτός και διχτυωτός

δικτυωτός

Και: διχτυωτός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που έχει το σχήμα του διχτυού, που είναι κατασκευασμένος σα δίχτυ
  2. (ως ουσ.) το δικτυωτό, είδος κατασκευής που ομοιάζει με δίχτυ
  3. (φρ.) «δικτυωτό παραπέτο / σαμπάνιο / καφάσι».

Ετυμολογία

< μτγν. δικτυωτός < δικτυόομαι < αρχ. δίκτυον.

Επιρρήματα

δικτυωτά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δικτυωτός και διχτυωτός», σ. 224. https://navalhistory.gr/lexiko/δικτυωτοσ-και-διχτυωτοσ/