γαία
η, ουσ.
- καλλιεργήσιμη έκταση γης, συνών. χώμα, κτήμα
- (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] η *Γαία, θεά που γέννησε θεούς, τέρατα και ανθρώπους, προσωποποίηση της γης
- (φρ.) «Γαῖαν ἔχοις ἐλαφράν», ευχή για πεθαμένους, «φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν», στην αγαπημένη μου πατρίδα, «χυτὴ γαῖα», το χώμα που συσσώρευαν πάνω από τον τάφο, «γαία πυρί μειχθήτω», [ορθότερα: «ἐμοῦ θανόντος γαῖα μιχθήτω πυρί» = μετά το θάνατό μου, χώμα και φωτιά ας αναμιχθούν], πλήρης αδιαφορία για τις όποιες εξελίξεις, κυρίως για τρομακτικές συνέπειες κάποιας πράξης, νεοελλην. έκφραση: «στάχτη και μπούρμπερη».
Ετυμολογία
< αρχ. γαῖα, ποιητικός τ. της λ. γη.
Συνώνυμα στο λεξικό
Μυθολογια
Γαία, θεότητα που ξεπρόβαλε μετά το Χάος και, σύμφωνα με την ησιόδεια θεογονία, γέννησε πρώτα τον Ουρανό κι ύστερα τα Βουνά και τον Πόντο. Από την ένωσή της με τον Ουρανό απέκτησε πολλά παιδιά που όμως ο φόβος του πατέρα τους τα κρατούσε φυλακισμένα στα έγκατα της Γης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαία», σ. 172. https://navalhistory.gr/lexiko/γαια/