δίαυλος
ο, ουσ.

- (μουσ.) δίδυμος αυλός, αρχαίο πνευστό όργανο κατασκευασμένο από δύο σωλήνες με διπλό γλωσσίδι
- (αθλητ.) αγώνισμα ταχύτητας δρόμου, περίπου 400 μ., την περίοδο της αρχαιότητας
- φυσικό ή τεχνητό κανάλι ναυσιπλοΐας, συνών. πορθμός, μπουγάζι, (φρ.) «σημαντήρας διαύλου», «δίαυλος Ευρίπου / Αταλάντης – Ωρεών / Μαγνησίας – Σκιάθου / Τρικερίου / Κνημίδας» και πολλών άλλων θαλάσσιων περασμάτων
- κύκλωμα μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών σημάτων
- (πληροφ.) α) καλώδιο ή κανάλι μετάδοσης πληροφοριών ή σημάτων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή κύκλωμα, β) σύστημα αρτηριών και εξειδικευμένων υπολογιστών που συνδέει την κεντρική μονάδα επεξεργασίας (CPU) με την κεντρική μνήμη και τα περιφερειακά
- (μτφ.) κανάλι ή τρόπος επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών.
Ετυμολογία
< αρχ. δίαυλος <
ή δι- ή
ή [μυθολ. θεωνύμιο] Δία(ς) + αὐλός, δηλ. ο αυλός του Δία, [για την 4η και 5η ερμ.] σημδ. από την αγγλ. channel [= κανάλι].
Παράγωγα
διαυλικός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίαυλος», σ. 218. https://navalhistory.gr/lexiko/διαυλοσ/