navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δίαυλος

δίαυλος

ο, ουσ.

δίαυλος, εικόνα από το έντυπο
  1. (μουσ.) δίδυμος αυλός, αρχαίο πνευστό όργανο κατασκευασμένο από δύο σωλήνες με διπλό γλωσσίδι
  2. (αθλητ.) αγώνισμα ταχύτητας δρόμου, περίπου 400 μ., την περίοδο της αρχαιότητας
  3. φυσικό ή τεχνητό κανάλι ναυσιπλοΐας, συνών. πορθμός, μπουγάζι, (φρ.) «σημαντήρας διαύλου», «δίαυλος Ευρίπου / Αταλάντης – Ωρεών / Μαγνησίας – Σκιάθου / Τρικερίου / Κνημίδας» και πολλών άλλων θαλάσσιων περασμάτων
  4. κύκλωμα μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών σημάτων
  5. (πληροφ.) α) καλώδιο ή κανάλι μετάδοσης πληροφοριών ή σημάτων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή κύκλωμα, β) σύστημα αρτηριών και εξειδικευμένων υπολογιστών που συνδέει την κεντρική μονάδα επεξεργασίας (CPU) με την κεντρική μνήμη και τα περιφερειακά
  6. (μτφ.) κανάλι ή τρόπος επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών.

Ετυμολογία

< αρχ. δίαυλος <

ή δι- ή

ή [μυθολ. θεωνύμιο] Δία(ς) + αὐλός, δηλ. ο αυλός του Δία, [για την 4η και 5η ερμ.] σημδ. από την αγγλ. channel [= κανάλι].

Παράγωγα

διαυλικός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίαυλος», σ. 218. https://navalhistory.gr/lexiko/διαυλοσ/