διαυγής
-ής, -ές, επίθ.
- (κυρίως για το νερό) διαφανής, καθαρός, κρυστάλλινος
- (μτφ.) α) (για λόγο) σαφής, ακριβής, διατυπωμένος με σαφήνεια, β) (για μέταλλα) φωτεινός, λαμπερός, αστραφτερός.
Ετυμολογία
< αρχ. διαυγής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαυγής», σ. 218. https://navalhistory.gr/lexiko/διαυγησ/