navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βύρσα

βύρσα

η, ουσ. [γεν. πληθ. βυρσών]

  1. κατεργασμένο δέρμα ζώου που χρησιμοποιείται ως κάλυμμα μηχανών, σκευών, εξαρτημάτων και είναι ιδιαίτερης αντοχής, τομάρι, πετσί
  2. ασκός κρασιού
  3. (μουσ.) δέρμα τυμπάνου.

Ετυμολογία

< αρχ. βύρσα.

Παράγωγα

βύρσινος [= πέτσινος], βυρσικός.

Σύνθετα

βυρσοδεψείο, βυρσοδέψης, βυρσεργάτης, βυρσοδεψώ, βυρσοπώλης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βύρσα», σ. 170. https://navalhistory.gr/lexiko/βυρσα/