βύρσα
η, ουσ. [γεν. πληθ. βυρσών]
- κατεργασμένο δέρμα ζώου που χρησιμοποιείται ως κάλυμμα μηχανών, σκευών, εξαρτημάτων και είναι ιδιαίτερης αντοχής, τομάρι, πετσί
- ασκός κρασιού
- (μουσ.) δέρμα τυμπάνου.
Ετυμολογία
< αρχ. βύρσα.
Παράγωγα
βύρσινος [= πέτσινος], βυρσικός.
Σύνθετα
βυρσοδεψείο, βυρσοδέψης, βυρσεργάτης, βυρσοδεψώ, βυρσοπώλης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βύρσα», σ. 170. https://navalhistory.gr/lexiko/βυρσα/